17 αποτελέσματα για «梵»
梵天 ぼんてん
ουσιαστικό
- 01 Βράχμα (ινδουιστική θεότητα δημιουργός)
- 02 μεγάλη ράβδος με πλεγμένες χάρτινες λωρίδες (χρησιμοποιείται σε θρησκευτικές γιορτές ή ως σύμβολο)
- 03 σημαντήρας (χρησιμοποιείται στην παραγαδιά, στα απλάδια δίχτυα κ.α.)
- 04 φούντα από πούπουλα (στην άκρη ενός εργαλείου καθαρισμού αυτιών)
梵字 ぼんじ
ουσιαστικό
- 01 γραφικό σύστημα που χρησιμοποιείται για τη γραφή της σανσκριτικής γλώσσας (ειδικότερα η γραφή σίνταμ)
梵 ぼん
ουσιαστικό
- 01 Βράχμαν (η απόλυτη πραγματικότητα του σύμπαντος στον Ινδουισμό), Βράχμα
- 02 Βράχμα (ο Ινδουιστής θεός δημιουργός)
- 03 σανσκριτικά
梵鐘 ぼんしょう
ουσιαστικό
- 01 μπονσό, καμπάνα βουδιστικού ναού
梵語 ぼんご
ουσιαστικό
- 01 σανσκριτικά
梵妻 ぼんさい
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος βουδιστή ιερέα
梵唄 ぼんばい
ουσιαστικό
- 01 ύμνος που εξυμνεί τις αρετές του Βούδα
- 02 ψαλμωδία βουδιστικών ύμνων
梵天王 ぼんてんおう
ουσιαστικό
- 01 Βράχμα (ινδουιστής θεός δημιουργός)
梵本 ぼんぽん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο σε σανσκριτικούς χαρακτήρες (π.χ. γραφή), βιβλίο από την Ινδία
梵文 ぼんぶん
ουσιαστικό
- 01 γραφή σανσκριτικής γλώσσας, κείμενο στα σανσκριτικά
- 02 σανσκριτικό ιερό κείμενο, γραφή σε σανσκριτικούς χαρακτήρες
梵学 ぼんがく
ουσιαστικό
- 01 μελέτη της σανσκριτικής γλώσσας
- 02 μελέτη του βουδισμού
梵刹 ぼんさつ
ουσιαστικό
- 01 βουδιστικός ναός
梵和辞典 ぼんわじてん
ουσιαστικό
- 01 λεξικό σανσκριτικής-ιαπωνικής
梵僧 ぼんそう
ουσιαστικό
- 01 μοναχός (ιδιαίτερα αυτός που διατηρεί την αγνότητά του)
梵天丸もかくありたい ぼんてんまるもかくありたい
άλλο
- 01 εύχομαι το ίδιο και για μένα
梵行 ぼんぎょう
ουσιαστικό
- 01 ασκητικές πρακτικές (ειδικότερα η αγαμία)
梵
- 01 σανσκριτικά
- 02 αγνότητα
- 03 βουδιστικός