11 αποτελέσματα για «棟»
棟 むね
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 κορυφογραμμή στέγης, ράχη στέγης
- 02 ράχη σπαθιού
- 03 αριθμητική κατάληξη για κτίρια, διαμερίσματα κ.λπ.
棟 とう N3
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 μεγάλο κτίριο, κτίριο με μακριά στέγη
- 02 επιμετρητική λέξη για κτίρια, διαμερίσματα κ.ά.
棟梁 とうりょう
ουσιαστικό
- 01 κεντρική μορφή, πυλώνας (π.χ. του έθνους), στυλοβάτης, κύριο στήριγμα, ηγέτης
- 02 αρχηγός, αφεντικό, ηγέτης, κεφαλή
- 03 αρχιμάστορας ξυλουργός
- 04 δοκάρια και υποστυλώματα της κορυφής της στέγης
棟梁 とうりゅう
ουσιαστικό
- 01 αρχιμάστορας, υπεύθυνος ξυλουργός
棟木 むなぎ
ουσιαστικό
- 01 κορυφοδοκός, κορφιάτης
棟上げ むねあげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ύψωση κορυφογραμμής, στήσιμο του σκελετού ενός σπιτιού
棟割長屋 むねわりながや
ουσιαστικό
- 01 σειρά από συνεχόμενα ή χωρισμένα σπίτια, οικιστική μονάδα με κοινό τοίχο
棟上げ式 むねあげしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή τοποθέτησης της κεντρικής δοκού της στέγης
棟札 むなふだ
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα που στερεώνεται στον κορφιά ενός κτιρίου κατά την κατασκευή, η οποία αναγράφει τον δωρητή, τον κατασκευαστή, την ημερομηνία, τον σκοπό της κατασκευής, κ.λπ.
棟瓦 むながわら
ουσιαστικό
- 01 κορυφοκεραμίδα
棟
- 01 κορφιάτης
- 02 κορυφογραμμή, ράχη