46 αποτελέσματα για «森»
森 もり N4
ουσιαστικό
- 01 δάσος
- 02 ιερό άλσος
森林 しんりん N2
ουσιαστικό
- 01 δάσος, δασική έκταση
森の奥 もりのおく
ουσιαστικό
- 01 βαθιά μέσα στο δάσος
森羅万象 しんらばんしょう
ουσιαστικό
- 01 όλα τα πράγματα στη φύση, ολόκληρη η δημιουργία
森林地帯 しんりんちたい
ουσιαστικό
- 01 δασώδης περιοχή, δασική έκταση, δάση
森閑 しんかん
άλλο, επίρρημα
- 01 σιωπηλός, ήρεμος, ήσυχος, αθόρυβος
森厳 しんげん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 επιβλητικός, σεβάσμιος
森林浴 しんりんよく
ουσιαστικό
- 01 δασολουτρό, δασοθεραπεία, ήρεμος περίπατος στο δάσος για οφέλη στην υγεία
森林公園 しんりんこうえん
ουσιαστικό
- 01 δασικό πάρκο
森林火災 しんりんかさい
ουσιαστικό
- 01 δασική πυρκαγιά
森々 しんしん
άλλο, επίρρημα
- 01 πυκνόδασος, κατάφυτος
森ガール もりガール
ουσιαστικό
- 01 στυλ μόδας για νεαρές γυναίκες που παραπέμπει σε μια ήπια, δασώδη αίσθηση
森林破壊 しんりんはかい
ουσιαστικό
- 01 αποψίλωση δασών
森林帯 しんりんたい
ουσιαστικό
- 01 δασική ζώνη
森林保護 しんりんほご
ουσιαστικό
- 01 προστασία δασών
森林限界 しんりんげんかい
ουσιαστικό
- 01 δασοόριο, γραμμή δέντρων
森林地 しんりんち
ουσιαστικό
- 01 δασώδης έκταση, δασική περιοχή
森林鉄道 しんりんてつどう
ουσιαστικό
- 01 δασικός σιδηρόδρομος
森林狼 しんりんおおかみ
ουσιαστικό
- 01 γκρίζος λύκος, λύκος του δάσους
森林保全 しんりんほぜん
ουσιαστικό
- 01 προστασία δασών, διατήρηση δασών