6 αποτελέσματα για «棹»
棹立ち さおだち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ορθώνεται στα πίσω πόδια, ανασηκώνεται (για άλογο)
棹さす さおさす
ρήμα
- 01 κωπηλατώ με κοντάρι, προωθώ βάρκα με κοντάρι
- 02 πλέω με το ρεύμα, ακολουθώ το ρεύμα (ή την εποχή)
- 03 πλέω αντίθετα στο ρεύμα, κινούμαι κόντρα στο ρεύμα
棹物菓子 さおものがし
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικά γλυκά σε μορφή μακρόστενων κομματιών (π.χ. γιοκάν, ουιρό)
棹物 さおもの
ουσιαστικό
- 01 σαομόνο, ιαπωνικά γλυκίσματα σε σχήμα μακρόστενων κύβων (π.χ. γιοκάν, ουιρό)
棹歌 とうか
ουσιαστικό
- 01 τραγούδι των βαρκάρηδων
棹
- 01 κοντάρω βάρκα