8 αποτελέσματα για «棺»

かん

ουσιαστικό

  1. 01 φέρετρο, σαρκοφάγος
棺桶 かんおけ

ουσιαστικό

  1. 01 φέρετρο, κάσα
棺に納める かんにおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τοποθετώ σε φέρετρο
棺を覆う かんをおおう

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλύπτω το φέρετρο, πεθαίνω
棺を蓋いて事定まる かんをおおいてことさだまる

άλλο

  1. 01 η αξία κάποιου κρίνεται οριστικά μόνο όταν κλείσει το φέρετρό του
棺架 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 νεκροφόρος κλίνη, φέρετρο
棺内分娩 かんないぶんべん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφερετρικός τοκετός, μεταθανάτια εξώθηση εμβρύου
  1. 01 φέρετρο
  2. 02 φέρετρο