8 αποτελέσματα για «椀»

わん N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ξύλινο μπολ
  2. 02 επιμετρητής για μπολ φαγητού ή ποτού
椀形 わんがた

ουσιαστικό

  1. 01 κοίλος σαν μπολ, θολωτός
椀子そば わんこそば

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμαρικά σόμπα σε ζωμό που σερβίρονται συνεχόμενα ώστε το μπολ του πελάτη να μην είναι ποτέ άδειο
椀種 わんだね

ουσιαστικό

  1. 01 υλικά σούπας (ειδικότερα θαλασσινά, τόφου, αυγό)
椀飯振舞 おうばんぶるまい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλουσιοπάροχο γεύμα, μεγαλειώδες συμπόσιο
  2. 02 εταιρική γενναιοδωρία, πλουσιοπάροχη φιλοξενία
椀盛り わんもり

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο με βρασμό ή σιγοβράσιμο
椀飯 おうばん

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό σερβιρισμένο σε λακαριστό μπολ
  2. 02 εορταστικό συμπόσιο
  1. 01 ξύλινο ή λακαρισμένο μπολ