13 αποτελέσματα για «椎»

しい

ουσιαστικό

  1. 01 οποιοδήποτε δέντρο του γένους Castanopsis, καστανόψις
椎茸 しいたけ

ουσιαστικό

  1. 01 μανιτάρι σιιτάκε (Lentinula edodes), σιτάκε
椎の木 しいのき

ουσιαστικό

  1. 01 οποιοδήποτε οξυοειδές δέντρο του γένους καστανοψία
椎間板 ついかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοσπονδύλιος δίσκος
椎骨 ついこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σπόνδυλος
椎骨動脈 ついこつどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σπονδυλική αρτηρία
椎間板ヘルニア ついかんばんヘルニア

ουσιαστικό

  1. 01 κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, προβολή μεσοσπονδυλίου δίσκου, κήλη δίσκου
椎間孔狭窄 ついかんこうきょうさく

ουσιαστικό

  1. 01 στένωση σπονδυλικού σωλήνα
椎鈍 しいにび

ουσιαστικό

  1. 01 κατάμαυρος
椎の灯火茸 しいのともしびたけ

ουσιαστικό

  1. 01 Μικίνα το φως του ουρανού (είδος βιοφωταυγούς μύκητα)
椎間関節 ついかんかんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοσπονδύλιος άρθρωση, ζυγοαποφυσιακή άρθρωση
椎間孔 ついかんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοσπονδύλιο τρήμα
  1. 01 είδος καστανιάς
  2. 02 ξύλινο σφυρί, ματσόλα
  3. 03 σπονδυλική στήλη, αγκάθι