9 αποτελέσματα για «椿»

椿 つばき

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή καμέλια (Camellia japonica)
  2. 02 τσάι που παράγεται στα βουνά
椿油 つばきあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 έλαιο σπόρων τσαγιού, καμελιάλαιο
椿餅 つばいもちい

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό από ρυζάλευρο που σερβίρεται ανάμεσα σε δύο φύλλα καμέλιας
椿桃 つばいもも

ουσιαστικό

  1. 01 νεκταρίνι
椿寿 ちんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μακροζωία, μεγάλη διάρκεια ζωής
椿庭 ちんてい

ουσιαστικό

  1. 01 πατέρας
椿堂 ちんどう

ουσιαστικό

  1. 01 πατέρας, γονέας
  2. 02 το δωμάτιο του πατέρα
椿姫 つばきひめ

ουσιαστικό

  1. 01 Κυρία με τις καμέλιες (μυθιστόρημα του 1848 από τον Αλέξανδρο Δουμά τον υιό), Καμίλ
  2. 02 Λα Τραβιάτα (όπερα του 1853 από τον Τζουζέπε Βέρντι)
椿
  1. 01 καμέλια