7 αποτελέσματα για «楓»

かえで

ουσιαστικό

  1. 01 σφένδαμος (Acer spp.), σφενδαμιά
ふう

ουσιαστικό

  1. 01 φορμοζανός κεχριμπαρένιος σφένδαμος (liquidambar formosana)
楓葉 ふうよう

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο σφενδάμου
楓林 ふうりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος από σφενδάμια
楓鳥 かえでちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασπροσουλουδάτο κέρινο ράμφος (Estrilda troglodytes)
  2. 02 εστριλδίδης (οποιοδήποτε πουλί της οικογένειας Εστριλδίδες), κέρινο ράμφος
楓子香 ふうしこう

ουσιαστικό

  1. 01 γκαλβανό, ρητινώδες κόμμι από μάραθο
  1. 01 σφένδαμος