10 αποτελέσματα για «楔»

くさび

ουσιαστικό

  1. 01 σφήνα, τάκος, πίρος ασφάλειας
  2. 02 δεσμός, σχέση
楔を打ち込む くさびをうちこむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σφηνώνω, εισχωρώ με δύναμη (π.χ. στις εχθρικές άμυνες), διαχωρίζω με σφήνα
楔形文字 くさびがたもじ

ουσιαστικό

  1. 01 σφηνοειδής γραφή
楔状 けつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφηνοειδής
楔子 けっし

ουσιαστικό

  1. 01 σφήνα, σφήνα ασφάλισης, κοπίλια
楔を刺す くさびをさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασφαλίζω, βάζω σφήνα
楔状骨 けつじょうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σφηνοειδές οστό
  2. 02 σφηνοειδές οστό
楔河豚 くさびふぐ

ουσιαστικό

  1. 01 κουσαμπί-φούγκου (είδος ψαριού Ranzania laevis), μακρόστενο φεγγαρόψαρο
楔状文字 けつじょうもじ

ουσιαστικό

  1. 01 σφηνοειδής γραφή
  1. 01 σφήνα
  2. 02 αιχμή βέλους