5 αποτελέσματα για «楯»

楯突く たてつく

ρήμα

  1. 01 αντιτάσσομαι, παρακούω, επαναστατώ, εναντιώνομαι, αντιστέκομαι
楯鱗 じゅんりん

ουσιαστικό

  1. 01 πλακοειδές λέπι
楯状火山 たてじょうかざん

ουσιαστικό

  1. 01 ασπιδοειδές ηφαίστειο
楯状地 たてじょうち

ουσιαστικό

  1. 01 ασπίδα
  1. 01 ασπίδα
  2. 02 ασπίδα
  3. 03 πρόφαση, δικαιολογία