8 αποτελέσματα για «楼»
楼 ろう
ουσιαστικό
- 01 πύργος, ψηλό κτίριο, μπελβεντέρε
- 02 πυργίσκος, παρατηρητήριο, σκοπιά
- 03 οίκος ανοχής
楼閣 ろうかく
ουσιαστικό
- 01 πολυώροφο κτήριο, πύργος, παλάτι, ιερό
楼門 ろうもん
ουσιαστικό
- 01 διώροφη πύλη, πυργωτή πύλη
楼上 ろうじょう
ουσιαστικό
- 01 πάνω σε ψηλό κτίριο, εξώστης, πάνω όροφος
楼主 ろうしゅ
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτήτης οίκου ανοχής ή εστιατορίου
楼観 ろうかん
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο
楼台 ろうだい
ουσιαστικό
- 01 υψηλό κτίριο, ψηλό οικοδόμημα
楼
- 01 παρατηρητήριο
- 02 σκοπιά
- 03 ψηλό κτίριο