35 αποτελέσματα για «概»

概念 がいねん N1

ουσιαστικό

  1. 01 γενική ιδέα, έννοια, αντίληψη
概ね おおむね

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 γενικά, ως επί το πλείστον, κυρίως, κατά προσέγγιση, σε γενικές γραμμές
  2. 02 ουσία, βασικό σημείο, κεντρική ιδέα
概要 がいよう

ουσιαστικό

  1. 01 περίγραμμα, περίληψη, γενική εικόνα, σύνοψη, σύγγραμμα, συνοπτική έκδοση
概して がいして

επίρρημα

  1. 01 γενικά, κατά κανόνα
概算 がいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσέγγιση, κατά προσέγγιση εκτίμηση, χονδρικός υπολογισμός
概略 がいりゃく N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 περίγραμμα, σύνοψη, ουσία, εν συντομία
概念的 がいねんてき

επίθετο

  1. 01 γενικός, εννοιολογικός
がい

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, όψη, πλευρά
  2. 02 δυνατό πνεύμα, σθένος
概論 がいろん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή, περίγραμμα, γενικές παρατηρήσεις
概観 がいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενική εικόνα, περίγραμμα
概説 がいせつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενική επισκόπηση, περίγραμμα, σύντομη σύνοψη
概括 がいかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνοψη, γενίκευση
概念化 がいねんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εννοιολόγηση, εννοιολογική σύλληψη
概況 がいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενική εικόνα, γενική κατάσταση
概算要求 がいさんようきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα για προϋπολογιστική πίστωση
概念図 がいねんず

ουσιαστικό

  1. 01 εννοιολογικό διάγραμμα, σχηματικό σχέδιο, εννοιολογικός χάρτης
概数 がいすう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά προσέγγιση αριθμός, στρογγυλοποιημένος αριθμός
概して言えば がいしていえば

άλλο

  1. 01 γενικά μιλώντας, σε γενικές γραμμές, συνολικά
概日リズム がいじつリズム

ουσιαστικό

  1. 01 κιρκάδιος ρυθμός
概念実証 がいねんじっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 απόδειξη ιδέας