4 αποτελέσματα για «榾»

ほた

ουσιαστικό

  1. 01 προσάναμμα, τσιράκι, ξυλάκια για άναμμα φωτιάς
榾場 ほたば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος για κορμούς καλλιέργειας μανιταριών
  2. 02 κοινοτική δασική έκταση του χωριού για τη συλλογή καυσόξυλων
榾木 ほたぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προσάναμμα, προσάναμμα ξύλου, ξυλάκια για άναμμα
  2. 02 κούτσουρο για καλλιέργεια μανιταριών
  1. 01 σκλήθρα