8 αποτελέσματα για «槌»

つち

ουσιαστικό

  1. 01 σφυρί, ματσόλα, βαρειά, σφυρί προέδρου
槌音 つちおと

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος σφυρηλάτησης, χτύπημα σφυριού
槌目 つちめ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αποτύπωμα σφυριού
  2. 02 μοτίβο σφυρηλάτησης
槌の子 つちのこ

ουσιαστικό

  1. 01 τσουτσινόκο, μυθικό πλάσμα που μοιάζει με φίδι και έχει παχύ μεσαίο τμήμα
槌鯨 つちくじら

ουσιαστικό

  1. 01 μπέραρντιους του Μπάιρντ (είδος φάλαινας με ράμφος)
槌骨 つちこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σφύρα (οστό του αυτιού), σφυρί
槌指 つちゆび

ουσιαστικό

  1. 01 σφυροδακτυλία, σφυροδάκτυλο
  1. 01 σφυρί
  2. 02 μαλέτο, ξυλοσφυρο