5 αποτελέσματα για «樋»

とい

ουσιαστικό

  1. 01 υδρορροή, λούκι, αγωγός νερού, αυλάκι
  2. 02 αύλακας (σε λεπίδα σπαθιού)
樋川 ひがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή νερού
樋殿 ひどの

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα
樋嘴 ひはし

ουσιαστικό

  1. 01 υδρορροή
  1. 01 σωλήνας νερού, υδροσωλήνας
  2. 02 υδρορροή, λούκι
  3. 03 κατακόρυφος σωλήνας υδρορροής
  4. 04 αγωγός, σωληνωτός αγωγός, κανάλι