7 αποτελέσματα για «樟»

くすのき

ουσιαστικό

  1. 01 καμφορόδεντρο (κιννάμωμον η καμφοροφόρος), ξύλο καμφοράς, δάφνη της καμφοράς
樟脳 しょうのう

ουσιαστικό

  1. 01 καμφορά
樟脳チンキ しょうのうチンキ

ουσιαστικό

  1. 01 βάμμα καμφοράς
樟脳酸 しょうのうさん

ουσιαστικό

  1. 01 καμφορικό οξύ
樟蔭女子大学 しょういんじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Πανεπιστήμιο Σόιν
樟蔭東女子短大 しょういんひがしじょしたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Σοουινχιγκάσι Γουίμενς Τζούνιορ Κόλετζ
  1. 01 καμφορά