78 αποτελέσματα για «権»

権利 けんり N3

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα, προνόμιο
権力 けんりょく N1

ουσιαστικό

  1. 01 (πολιτική) δύναμη, εξουσία, επιρροή
権限 けんげん N1

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία, αρμοδιότητα, δικαιοδοσία
けん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα (να κάνω κάτι)
  2. 02 εξουσία, δύναμη
権威 けんい N1

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία, δύναμη, επιρροή, κύρος
  2. 02 αυθεντία, ειδικός
権力者 けんりょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό πρόσωπο, άτομο με επιρροή
権化 ごんげ

ουσιαστικό

  1. 01 ενσάρκωση (του Βούδα ή ενός μποντισάτβα), άβαταρ
  2. 02 ενσάρκωση (όπως στο "ενσάρκωση του κακού"), προσωποποίηση
権能 けんのう

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία, δύναμη, λειτουργία
権勢 けんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία, επιρροή
権力争い けんりょくあらそい

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας εξουσίας
権力闘争 けんりょくとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας εξουσίας
権力を握る けんりょくをにぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω την εξουσία
権現 ごんげん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή εκδήλωση Βούδα (ή μποντισάτβα κ.λπ.) υπό τη μορφή σιντοϊστικού κάμι
権謀術数 けんぼうじゅっすう

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανορραφίες, τεχνάσματα, πονηριά, μακιαβελισμός
権利書 けんりしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος ιδιοκτησίας, πιστοποιητικό ιδιοκτησίας
権益 けんえき

ουσιαστικό

  1. 01 συμφέροντα
権限を与える けんげんをあたえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξουσιοδοτώ
権力欲 けんりょくよく

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα για εξουσία
権威者 けんいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυθεντία
権力の座 けんりょくのざ

ουσιαστικό

  1. 01 θέση ισχύος