44 αποτελέσματα για «樹»

樹木 じゅもく N1

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρο, δέντρα και θάμνοι
樹海 じゅかい

ουσιαστικό

  1. 01 δάση που εκτείνονται σαν θάλασσα, απέραντη έκταση πυκνού δάσους, πλούσιο φύλλωμα
樹立 じゅりつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέσπιση, ίδρυση, επίτευξη (ρεκόρ)
樹脂 じゅし

ουσιαστικό

  1. 01 ρητίνη, κολοφώνιο
樹液 じゅえき

ουσιαστικό

  1. 01 χυμός φυτού
樹上 じゅじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω στο δέντρο, ανάμεσα στα δέντρα
樹皮 じゅひ

ουσιαστικό

  1. 01 φλοιός (δέντρου κ.λπ.)
樹齢 じゅれい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία δέντρου
樹林 じゅりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος, δασική έκταση, δρυμός, περιοχή με πυκνή ξυλώδη βλάστηση
樹氷 じゅひょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάχνη σε δέντρα, χιονώδης πάχνη σε δέντρα
  2. 02 χιονάνθρωποι (δέντρα καλυμμένα από πάχνη)
樹下 じゅか

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω από ένα δέντρο
樹間 じゅかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάστημα ανάμεσα στα δέντρα, κενό ανάμεσα στα δέντρα
樹冠 じゅかん

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή δέντρου, θόλος δέντρου
樹形図 じゅけいず

ουσιαστικό

  1. 01 δενδροδιάγραμμα
樹葉 じゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο δέντρου
樹高 じゅこう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος δέντρου
樹幹 じゅかん

ουσιαστικό

  1. 01 κορμός δέντρου
樹枝 じゅし

ουσιαστικό

  1. 01 κλαδί (δέντρου)
樹陰 じゅいん

ουσιαστικό

  1. 01 σκιά δέντρου
樹影 じゅえい

ουσιαστικό

  1. 01 σκιά δέντρου