6 αποτελέσματα για «樽»

たる

ουσιαστικό

  1. 01 βαρέλι, κάδος
樽酒 たるざけ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκε που έχει διατηρηθεί σε ξύλινο βαρέλι, σάκε βαρελιού, σάκε σε βαρέλι
樽柿 たるがき

ουσιαστικό

  1. 01 λημονάδες ή λωτοί που έχουν ωριμάσει μέσα σε βαρέλι σάκε
樽俎 そんそ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίωση, εορταστικό τραπέζι
樽俎折衝 そんそせっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματικές διαπραγματεύσεις σε δείπνο, διπλωματικές διαβουλεύσεις
  1. 01 βαρέλι
  2. 02 βαρέλι
  3. 03 βαρελάκι