23 αποτελέσματα για «橋»

はし N5

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα
橋渡し はしわたし N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμεσολάβηση, μεσολάβηση, ενδιάμεσος, διαμεσολαβητής, γεφύρωμα (μεταξύ)
  2. 02 χτίσιμο γέφυρας
橋頭堡 きょうとうほ

ουσιαστικό

  1. 01 προγεφύρωμα
橋上 きょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω στη γέφυρα
橋脚 きょうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μεσόβαθρο γέφυρας, πλωτή γέφυρα
橋梁 きょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα
橋桁 はしげた

ουσιαστικό

  1. 01 φορέας γέφυρας
きょう

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα (ανατομική περιοχή του εγκεφάλου, γνωστή και ως γέφυρα του Βαρόλιου)
橋板 はしいた

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα γέφυρας
橋畔 きょうはん

ουσιαστικό

  1. 01 προσπέλαση γέφυρας
橋架 きょうか

ουσιαστικό

  1. 01 δοκός γέφυρας
橋台 きょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο γέφυρας
橋柱 はしばしら

ουσιαστικό

  1. 01 υποστύλωμα γέφυρας
橋かけ はしかけ

ουσιαστικό

  1. 01 γεφυροποιία
  2. 02 διασταυρούμενη σύνδεση
橋掛かり はしがかり

ουσιαστικό

  1. 01 σκεπαστός διάδρομος που συνδέει τα παρασκήνια (καθρέφτης) με τη σκηνή του νο
橋杙 はしぐい

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο γέφυρας
橋脚舟 きょうきゃくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πλωτή γέφυρα
橋本病 はしもとびょう

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος του Χασιμότο, θυρεοειδίτιδα του Χασιμότο
橋場の煙 はしばのけむり

ουσιαστικό

  1. 01 καπνός καύσης νεκρού
橋上駅 きょうじょうえき

ουσιαστικό

  1. 01 υπερυψωμένος σταθμός, σταθμός πάνω από τις γραμμές