7 αποτελέσματα για «橘»

たちばな

ουσιαστικό

  1. 01 τατσιμπάνα, είδος εσπεριδοειδούς (Citrus tachibana)
橘飩 きっとん

ουσιαστικό

  1. 01 πολτός γλυκοπατάτας (συμπεριλαμβάνει ζαχαρωτά κάστανα ή φασόλια)
橘鳥 たちばなどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικροκούκου (Cuculus poliocephalus)
橘月 たちばなづき

ουσιαστικό

  1. 01 πέμπτος σεληνιακός μήνας
橘神道 たちばなしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Τατσιμπάνα Σίντο (κλάδος του Σουίκα Σίντο της περιόδου Έντο που διαδόθηκε από τον Μιτσουγιόσι Τατσιμπάνα)
橘女子大学 たちばなじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Θηλέων Τατσιμπάνα
  1. 01 μανταρίνι