8 αποτελέσματα για «橙»

橙色 だいだいいろ

ουσιαστικό

  1. 01 πορτοκαλί (χρώμα)
だいだい

ουσιαστικό

  1. 01 νεράντζι (Citrus aurantium), πικρό πορτοκάλι
  2. 02 πορτοκαλί (χρώμα)
橙黄色 とうこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πορτοκαλί (χρώμα)
橙酢 だいだいず

ουσιαστικό

  1. 01 χυμός από νεράντζι (χρησιμοποιείται ως γευστικό οξύ στις τροφές)
橙皮油 とうひゆ

ουσιαστικό

  1. 01 έλαιο φλούδας πορτοκαλιού
橙赤色 とうせきしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πορτοκαλοκόκκινος, κοκκινοπορτοκαλί, φλογοκόκκινος
橙花油 とうかゆ

ουσιαστικό

  1. 01 νερολί (αιθέριο έλαιο που παράγεται από τα άνθη της νεραντζιάς)
  1. 01 νεράντζι