11 αποτελέσματα για «檀»

檀家 だんか

ουσιαστικό

  1. 01 οικογένεια που συντηρεί έναν βουδιστικό ναό, ενορίτης
檀徒 だんと

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός δωρητής ναού
檀那寺 だんなでら

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακός ναός
檀紙 だんし

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό χαρτί κρεπ
檀越 だんおつ

ουσιαστικό

  1. 01 ευεργέτης, άτομο που προσφέρει δωρεές σε μοναχό ή ναό, δαναπάτι
檀林 だんりん

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό κέντρο μελέτης και διαλογισμού, μοναστήρι, ναός
  2. 02 στυλ χάικαϊ ντάνριν (παιγνιώδες και προσανατολισμένο στον απλό άνθρωπο), σχολή ντάνριν (της ποίησης χάικαϊ)
檀尻 だんじり

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό φορητό ιερό, άρμα που χρησιμοποιείται σε φεστιβάλ
檀君 だんくん

ουσιαστικό

  1. 01 μυθικός ιδρυτής της Κορέας
檀香 だんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ινδικό σανταλόξυλο (Santalum album)
檀香梅 だんこうばい

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλύλοβος λιντέρα (Lindera obtusiloba)
  1. 01 κέδρος
  2. 02 σανταλόξυλο
  3. 03 ευώνυμο