8 αποτελέσματα για «櫓»

やぐら

ουσιαστικό

  1. 01 πυργίσκος, παρατηρητήριο
  2. 02 υψηλή ξύλινη εξέδρα, ικρίωμα
  3. 03 ξύλινος σκελετός (ενός κοτάτσου)
  4. 04 γιαγκούρα, φρούριο
  5. 05 οπλοστάσιο

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό κουπί (κουπί προσαρμοσμένο στο πίσω μέρος της βάρκας με παραδοσιακό σύστημα πείρου και υποδοχής)
櫓櫂 ろかい

ουσιαστικό

  1. 01 κουπιά και κουπιά σκαρμού
櫓太鼓 やぐらだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 τύμπανα που αναγγέλλουν την έναρξη μιας θεατρικής παράστασης ή την έναρξη αγώνων, ο ήχος που παράγεται από τέτοια τύμπανα
櫓投げ やぐらなげ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαγκουρανάγκε, ρίψη με λαβή στο εσωτερικό του μηρού
櫓臍 ろべそ

ουσιαστικό

  1. 01 πάσαλος στήριξης κουπιού (τοποθετείται στην κοιλότητα ενός κουπιού ως μέρος του παραδοσιακού σκαρμού)
櫓杭 ろぐい

ουσιαστικό

  1. 01 σκαρμός (ξύλινος πάσσαλος που τοποθετείται στην υποδοχή του κουπιού ως μέρος του παραδοσιακού συστήματος κωπηλασίας)
  1. 01 κουπί
  2. 02 πύργος