17 αποτελέσματα για «櫛»

くし N2

ουσιαστικό

  1. 01 χτένα
櫛比 しっぴ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρατεταγμένος (πυκνά) σε σειρά, ευθυγραμμισμένος (π.χ. σε έναν δρόμο)
櫛目 くしめ

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι χτενίσματος, μοτίβο χτένας (ιδιαίτερα σε κεραμικά)
櫛箱 くしばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί για χτένια, θήκη καλλωπισμού
櫛歯 くしば

ουσιαστικό

  1. 01 δόντια χτένας
櫛風沐雨 しっぷうもくう

ουσιαστικό

  1. 01 ταλαιπωρούμαι από τον άνεμο και τη βροχή, υφίσταμαι δυσκολίες
櫛風浴雨 しっぷうよくう

ουσιαστικό

  1. 01 παλεύω μέσα σε ανέμους και βροχές, υφίσταμαι κακουχίες
櫛の歯が欠けたよう くしのはがかけたよう

άλλο

  1. 01 με κενά, με ελλείψεις, σαν δόντια χτένας που λείπουν
櫛水母 くしくらげ

ουσιαστικό

  1. 01 κτενοφόρο (οποιοδήποτε ζώο που μοιάζει με μέδουσα και ανήκει στο φύλο των Κτενοφόρων)
櫛笥 くしげ

ουσιαστικό

  1. 01 θήκη για είδη προσωπικής περιποίησης
櫛鱗 しつりん

ουσιαστικό

  1. 01 κτενοειδές λέπι
櫛の歯が抜けたよう くしのはがぬけたよう

άλλο

  1. 01 σαν να λείπουν δόντια από χτένα, με κενά εδώ κι εκεί, γεμάτο ελλείψεις
櫛板 くしいた

ουσιαστικό

  1. 01 κτενίδιο, κτενοειδής πλάκα
  2. 02 χτένι (κυλιόμενης σκάλας κ.λπ.)
櫛鰓 くしえら

ουσιαστικό

  1. 01 κτενίδιο, χτενοειδές βράγχιο
櫛状 くしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χτενοειδής
櫛溝 くしみぞ

ουσιαστικό

  1. 01 πτερύγια (τροφοδότη πένας), χτένι τροφοδοσίας
  1. 01 χτένα