7 αποτελέσματα για «欄»

欄 らん N2

ουσιαστικό

  1. 01 στήλη (π.χ. σε εφημερίδα), τμήμα, σελίδα
  2. 02 πεδίο (σε φόρμα, ιστοσελίδα κ.λπ.), κενό
  3. 03 κάγκελο, κιγκλίδωμα, χειρολισθήρας, προστατευτικό στηθαίο
欄 おばしま

ουσιαστικό

  1. 01 κιγκλίδωμα, κάγκελο, χειρολισθήρας
欄干 らんかん

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 κιγκλίδωμα, προστατευτικό κάγκελο, χειρολισθήρας, κουπαστή, βαλλιστράδα, στηθαίο
  2. 02 λαμπρά (για το φεγγάρι ή τα αστέρια)
  3. 03 αδιάκοπα (για δάκρυα)
欄間 らんま

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγίτης, υπερθύρωμα (πάνω από πόρτα ή παράθυρο)
欄外 らんがい

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο
欄参照 らんさんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αναφορά στήλης, βλέπε παρακάτω στήλη
欄
  1. 01 στήλη
  2. 02 κουπαστή
  3. 03 κενό
  4. 04 χώρος