12 αποτελέσματα για «欣»

欣喜雀躍 きんきじゃくやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πηδώ από τη χαρά μου
欣然 きんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χαρούμενος, εύθυμος
欣快 きんかい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευχάριστος, απολαυστικός
欣求浄土 ごんぐじょうど

ουσιαστικό

  1. 01 επιδίωξη αναγέννησης στην Καθαρή Χώρα
欣喜 きんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευχαρίστηση, απόλαυση
欣求 ごんぐ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένθερμη επιθυμία, διακαής πόθος (για τη μετάβαση στον παράδεισο)
欣々然 きんきんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χαρούμενος, περιχαρής, πρόσχαρος, ευτυχισμένος
欣羨 きんせん

ουσιαστικό

  1. 01 έντονος φθόνος, ακραία ζήλεια
欣悦 きんえつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρά, αγαλλίαση
欣懐 きんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκέφτομαι με ευτυχία
欣栄 きんえい

ουσιαστικό

  1. 01 χαρά και δόξα, ευτυχής δόξα, ευχαρίστηση
  1. 01 ευχαριστιέμαι
  2. 02 χαίρομαι