9 αποτελέσματα για «欺»
欺く あざむく N1
ρήμα
- 01 εξαπατώ, ξεγελάω, παραπλανώ, κοροϊδεύω
- 02 συγκρίνομαι με, υπερέχω ή ανταγωνίζομαι κάποιον σε μια ιδιότητα (π.χ. τόσο λαμπερός όσο η μέρα)
欺瞞 ぎまん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαπάτηση, δόλος
欺瞞的 ぎまんてき
επίθετο
- 01 παραπλανητικός, δόλιος
欺瞞者 ぎまんしゃ
ουσιαστικό
- 01 απατεώνας, πλανευτής
欺詐 ぎさ
ουσιαστικό
- 01 απάτη, δολιότητα, εξαπάτηση, απάτη (hoax)
欺罔 きもう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαπάτηση, δόλια πρακτική, κορόιδεμα, απάτη, ψευδή προσχήματα
欺騙 きへん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απάτη, εξαπάτηση, δολιότητα
- 02 στρατιωτική απάτη
欺き惑わす あざむきまどわす
ρήμα
- 01 εξαπατώ και παραπλανώ
欺
- 01 απάτη
- 02 εξαπατώ
- 03 παραπλανώ