7 αποτελέσματα για «欽»
欽定 きんてい
ουσιαστικό
- 01 εγκεκριμένος (από αυτοκρατορική ή βασιλική διαταγή), εξουσιοδοτημένος, ορισμένος, θεσπισμένος, καθιερωμένος
欽慕 きんぼ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λατρεία, ευλάβεια, θαυμασμός
欽定憲法 きんていけんぽう
ουσιαστικό
- 01 σύνταγμα που παραχωρείται από τον Αυτοκράτορα
欽仰 きんぎょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βαθύς σεβασμός, λατρεία, ευλάβεια
欽定訳聖書 きんていやくせいしょ
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση του βασιλιά Ιακώβου, εξουσιοδοτημένη έκδοση της Βίβλου
欽定英訳聖書 きんていえいやくせいしょ
ουσιαστικό
- 01 εξουσιοδοτημένη μετάφραση της Βίβλου, βασιλική έκδοση της Βίβλου
欽
- 01 σέβομαι
- 02 τιμώ
- 03 ποθώ