11 αποτελέσματα για «殉»

殉じる じゅんじる

ρήμα

  1. 01 θυσιάζομαι, πεθαίνω ως μάρτυρας
殉職 じゅんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος εν ώρα καθήκοντος, υπηρεσιακός θάνατος
殉教者 じゅんきょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μάρτυρας
殉教 じゅんきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαρτύριο
殉死 じゅんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ τον κύριό μου στον τάφο, αυτοκτονώ μετά τον θάνατο του άρχοντά μου
殉ずる じゅんずる

ρήμα

  1. 01 θυσιάζομαι, πεθαίνω ως μάρτυρας
殉職者 じゅんしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που πέθανε εν ώρα καθήκοντος (κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του)
殉難 じゅんなん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαρτύριο
殉国 じゅんこく

ουσιαστικό

  1. 01 θυσιάζομαι για την πατρίδα
殉難者 じゅんなんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θύμα, μάρτυρας
  1. 01 μαρτύριο
  2. 02 ακολουθώ παραιτούμενος