5 αποτελέσματα για «殖»
殖産興業 しょくさんこうぎょう
ουσιαστικό
- 01 προώθηση της βιομηχανίας, ενθάρρυνση νέων βιομηχανικών κλάδων
殖産 しょくさん
ουσιαστικό
- 01 αύξηση παραγωγής, επαύξηση πλούτου
殖財 しょくざい
ουσιαστικό
- 01 κερδοφορία, απόκτηση πλούτου
生めよ、殖えよ、地に満てよ うめよ、ふえよ、ちにみてよ
άλλο
- 01 αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη
殖
- 01 αυξάνω
- 02 αυξάνω, πληθύνω
- 03 πολλαπλασιάζω, πληθύνω
- 04 αυξάνω