11 αποτελέσματα για «毀»
毀損 きそん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζημιά, βλάβη, δυσφήμιση, φθορά
毀れる こぼれる
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, ραγίζω, αποκόπτομαι
毀誉褒貶 きよほうへん
ουσιαστικό
- 01 έπαινος και ψόγος, δημόσια κριτική
毀つ こぼつ
ρήμα
- 01 καταστρέφω, σπάω, προκαλώ ζημιά
毀誉 きよ
ουσιαστικό
- 01 έπαινος και ψόγος, επιδοκιμασία και αποδοκιμασία, έγκριση και καταδίκη
毀れ こぼれ
ουσιαστικό
- 01 αμυχή, ράγισμα, γρατζουνιά
毀傷 きしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τραυματισμός, ζημιά
毀棄 きき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, κατεδάφιση, ζημιά
毀壊 きかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, κατεδάφιση, συντριβή, εξουδετέρωση, ολοκληρωτική φθορά
- 02 καταστροφή, ερείπωση, κατάρρευση, φθορά
毀棄罪 ききざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα φθοράς περιουσίας, καταστροφή περιουσίας
毀
- 01 σπάω
- 02 καταστρέφω
- 03 επικρίνω
- 04 ραγίζω, ξεφλουδίζομαι
- 05 γρατζουνιέμαι
- 06 σπάζομαι
- 07 καταστρέφομαι