3 αποτελέσματα για «毅»

毅然 きぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αποφασιστικός, ακλόνητος, ατρόμητος, θαρραλέος
毅然として きぜんとして

άλλο

  1. 01 με αποφασιστικότητα
  1. 01 δυνατός