8 αποτελέσματα για «毬»
毬 かさ
ουσιαστικό
- 01 κώνος (π.χ. πεύκου, κώνειας)
毬 いが
ουσιαστικό
- 01 αγκαθωτό περίβλημα (π.χ. κάστανου), αγκαθωτή θήκη, κύπελλο, κάψα
毬藻 まりも
ουσιαστικό
- 01 μαρίμο (ποικιλία άλγης, Cladophora aegagropila), σφαιρική πράσινη άλγη, μπάλα Cladophora, μπάλα λίμνης, μπάλα βρύων
毬栗 いがぐり
ουσιαστικό
- 01 κάστανο μέσα στο αγκαθωτό του περίβλημα
毬投げ まりなげ
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι με ρίψη μπάλας
毬栗蟹 いがぐりがに
ουσιαστικό
- 01 Παραλομίς η ύστριξ (είδος βασιλικού κάβουρα), ακανθώδης κάβουρας
毬杖 ぎっちょう
ουσιαστικό
- 01 γκίτσο, παιχνίδι με μπάλα και σφυρί που παίζεται κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Πρωτοχρονιάς
毬
- 01 αγκάθι, αγκαθωτό περίβλημα
- 02 μπάλα, σφαίρα