21 αποτελέσματα για «氏»

N3

επίθημα, ουσιαστικό, αντωνυμία, άλλο

  1. 01 κύριος, κυρία, δεσποινίς
  2. 02 γένος, φυλή
  3. 03 αυτός
  4. 04 μετρητική λέξη για άτομα
氏名 しめい N2

ουσιαστικό

  1. 01 ονοματεπώνυμο, ταυτότητα
氏族 しぞく

ουσιαστικό

  1. 01 σόι, γένος, οικογένεια
氏子 うじこ

ουσιαστικό

  1. 01 ενορίτης ιερού (ουτζίκο)
氏神 うじがみ

ουσιαστικό

  1. 01 ουτζιγκάμι, προστάτης θεός, φύλακας θεότητα, τοπική θεότητα
氏素性 うじすじょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό υπόβαθρο, καταγωγή
うじ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 επώνυμο, καταγωγή, γέννηση
  2. 02 σόι, φατρία
氏の意見 しのいけん

ουσιαστικό

  1. 01 η γνώμη του
氏子総代 うじこそうだい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπρόσωπος των ενοριτών
氏人 うじびと

ουσιαστικό

  1. 01 απόγονος κατά ευθεία γραμμή, μέλος γένους
氏より育ち うじよりそだち

άλλο

  1. 01 η ανατροφή υπερτερεί της καταγωγής, ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνει κανείς έχει μεγαλύτερη σημασία από την καταγωγή του
氏姓制度 しせいせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα σι-σεϊ, σύστημα γενών και κληρονομικών τίτλων (της αυλής Γιαμάτο)
氏寺 うじでら

ουσιαστικό

  1. 01 ναός χτισμένος προς τιμήν μιας προστάτιδας θεότητας
氏子札 うじこふだ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλαχτό για τους επισκέπτες ναού
氏子帳 うじこちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος ενοριτών ναού σιντοϊστικού
氏族制度 しぞくせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα οικογένειας ή φατρίας
氏文 うじぶみ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίο γενεαλογικό αρχείο φυλής (που περιλαμβάνει την καταγωγή τους, τα κατορθώματά τους κ.λπ.)
氏上 うじのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός φατρίας
氏ぬ しぬ

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω
氏名権 しめいけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα χρήσης ονόματος, δικαίωμα προσωπικότητας