103 αποτελέσματα για «氷»

こおり N3

ουσιαστικό

  1. 01 πάγος
  2. 02 τριμμένος πάγος (που σερβίρεται συνήθως με αρωματιστό σιρόπι)
氷柱 つらら

ουσιαστικό

  1. 01 παγοκρύσταλλος
  2. 02 πάγος ψύξης (για την ψύξη ενός δωματίου)
  3. 03 πάγος
氷結 ひょうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πήξιμο, πάγωμα
氷漬け こおりづけ

ουσιαστικό

  1. 01 πάγωμα μέσα σε πάγο
氷室 ひむろ

ουσιαστικό

  1. 01 παγοθήκη, αποθήκη πάγου, ψυκτικός θάλαμος
氷塊 ひょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 παγόβουνο, κομμάτι πάγου, πλωτός πάγος
氷点下 ひょうてんか

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω από το μηδέν
氷解 ひょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάλειψη (αμφιβολιών, επιφυλάξεων κ.λπ.), διάλυση, απομάκρυνση
  2. 02 τήξη (πάγου), λιώσιμο
氷雪 ひょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πάγος και χιόνι
氷水 こおりみず

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένο νερό
  2. 02 τριμμένος πάγος (συνήθως σερβιρισμένος με αρωματισμένο σιρόπι)

ουσιαστικό

  1. 01 πάγος
  2. 02 χαλάζι
氷河 ひょうが

ουσιαστικό

  1. 01 παγετώνας
氷山 ひょうざん

ουσιαστικό

  1. 01 παγόβουνο
氷の刃 こおりのやいば

ουσιαστικό

  1. 01 αστραφτερό σπαθί
氷壁 ひょうへき

ουσιαστικό

  1. 01 παγότοιχος, παγωμένη κορυφογραμμή
氷雨 ひさめ

ουσιαστικό

  1. 01 χαλάζι, χιονόνερο
  2. 02 παγωμένη βροχή
氷上 ひょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω στον πάγο
氷河期 ひょうがき

ουσιαστικό

  1. 01 παγετώδης περίοδος, παγετώδης εποχή
  2. 02 δύσκολη περίοδος, περίοδος ξηρασίας (έλλειψης ευκαιριών, θέσεων εργασίας κ.λπ.)
氷像 ひょうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυπτό πάγου
氷菓 ひょうか

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένο γλύκισμα (π.χ. παγωτό, σορμπέ, γρανίτα)