95 αποτελέσματα για «永»
永遠 えいえん N3
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αιωνιότητα, μονιμότητα, σταθερότητα, αθανασία
永久 えいきゅう N3
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αιωνιότητα, μονιμότητα, διαρκής κατάσταση
- 02 εποχή Έικιου (13 Ιουλίου 1113 - 3 Απριλίου 1118)
永久 とわ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αιωνιότητα, διαρκής κατάσταση, μονιμότητα
永劫 えいごう
ουσιαστικό
- 01 αιωνιότητα, διηνεκές
永続的 えいぞくてき
επίθετο
- 01 μόνιμος, διαρκής, επίμονος, αιώνιος
永続 えいぞく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονιμότητα, διάρκεια
永年 えいねん
ουσιαστικό
- 01 πολλά χρόνια, μεγάλο χρονικό διάστημα
永住 えいじゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μόνιμη διαμονή
永遠の眠り えいえんのねむり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αιώνιος ύπνος, αιώνια ανάπαυση, θάνατος
永らえる ながらえる
ρήμα
- 01 ζω πολύ, μακροημερεύω
永久機関 えいきゅうきかん
ουσιαστικό
- 01 αεικίνητη μηχανή, αεικίνητος μηχανισμός, perpetuum mobile
永眠 えいみん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιώνιος ύπνος, αιώνια ανάπαυση, θάνατος, απώλεια ζωής
永代 えいたい
ουσιαστικό
- 01 αιωνιότητα, διηνεκές
永久凍土 えいきゅうとうど
ουσιαστικό
- 01 αιώνιος παγετός
永禄 えいろく
ουσιαστικό
- 01 εποχή Εϊρόκου (28 Φεβρουαρίου 1558 – 23 Απριλίου 1570)
永田町 ながたちょう
ουσιαστικό
- 01 Ναγκατατσό (το πολιτικό κέντρο της Ιαπωνίας, αντίστοιχο της Ντάουνινγκ Στριτ)
永世 えいせい
ουσιαστικό
- 01 αιωνιότητα, διηνεκές, αθανασία, μονιμότητα
- 02 κάτοχος ισόβιου τίτλου (στο σόγκι, γκο κ.λπ.)
永久保存 えいきゅうほぞん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μόνιμη διατήρηση, μόνιμο αποθετήριο, διαρκής φύλαξη κάποιου πράγματος, διατήρηση εσαεί
永遠の生命 えいえんのせいめい
άλλο
- 01 αιώνια ζωή
永久就職 えいきゅうしゅうしょく
ουσιαστικό
- 01 παντρεύομαι για να γίνω νοικοκυρά, μόνιμη απασχόληση (όταν κάποια γίνεται νοικοκυρά)