5 αποτελέσματα για «汀»

汀 みぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 ακρογιαλιά, ακτή, παραλία
汀線 ていせん

ουσιαστικό

  1. 01 ακτογραμμή, παραλιακή γραμμή
汀渚 ていしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αμμόλοφος, ακρογιαλιά
汀段 ていだん

ουσιαστικό

  1. 01 παλιρροιακό ανάχωμα, αμμουδιά
汀
  1. 01 όχθη
  2. 02 ακτή
  3. 03 όχθη