67 αποτελέσματα για «汚»
汚れる よごれる N4
ρήμα
- 01 λερώνομαι, γίνομαι βρόμικος
- 02 μολύνομαι, αμαυρώνομαι, διαφθείρομαι, χάνω την αγνότητά μου
汚い きたない N5
επίθετο
- 01 βρώμικος, ακάθαρτος
- 02 ακατάστατος, πρόχειρος (π.χ. για γραφή)
- 03 ανάρμοστος (για γλώσσα, κ.λπ.), άσεμνος, χυδαίος
- 04 άνανδρος, μικροπρεπής, άτιμος, ύπουλος
- 05 τσιγκούνης, άπληστος
汚す よごす N3
ρήμα
- 01 μολύνω, ρυπαίνω, λερώνω, κηλιδώνω
- 02 ντροπιάζω, ατιμάζω, βεβηλώνω
汚れ よごれ N1
ουσιαστικό
- 01 βρομιά, ρύπος, λεκές, κηλίδα
汚染 おせん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρύπανση, μόλυνση
汚らわしい けがらわしい
επίθετο
- 01 βρώμικος, αθέμιτος, ακάθαρτος, απόβλητος, αηδιαστικός, σιχαμερός, διεφθαρμένος, απεχθής, αποκρουστικός
汚名 おめい
ουσιαστικό
- 01 κακό όνομα, κακή φήμη, ντροπή, ατιμία, δυσφήμιση, στίγμα, διασυρμός
汚物 おぶつ
ουσιαστικό
- 01 ακαθαρσίες (ιδίως περιττώματα, κόπρανα, ούρα), λάσπη, απόβλητα, σκουπίδια, βρωμιά, σκόνη
汚らしい きたならしい
επίθετο
- 01 βρώμικος, ακάθαρτος, αποκρουστικός, άθλιος
汚 よごれ
ουσιαστικό
- 01 ωκεάνιος λευκοπτέρυγος καρχαρίας (Carcharhinus longimanus)
汚点 おてん
ουσιαστικό
- 01 λεκές, κηλίδα, ψεγάδι, ντροπή
汚職 おしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαφθορά (ειδικότερα από δημόσιο υπάλληλο), δωροδοκία, συναλλαγή κάτω από το τραπέζι
汚れ仕事 よごれしごと
ουσιαστικό
- 01 βρώμικη δουλειά, δυσάρεστη εργασία
汚水 おすい
ουσιαστικό
- 01 ακάθαρτο νερό, λύματα
汚泥 おでい
ουσιαστικό
- 01 λάσπη, ιλύς, κατακάθι, βάλτος
- 02 απελπιστική κατάσταση, κόλαση, απόγνωση
汚れた手 よごれたて
ουσιαστικό
- 01 Οι λερωμένα χέρια (θεατρικό έργο του 1948 από τον Ζαν-Πολ Σαρτρ)
汚名返上 おめいへんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκατάσταση της φήμης, εξιλέωση, αναπτέρωση της τιμής
汚濁 おだく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρύπανση, μόλυνση, διαφθορά, δωροδοκία
汚れ役 よごれやく
ουσιαστικό
- 01 ρόλος κακού (σε ταινία, δράμα, κ.λπ.), ρόλος αρνητικού χαρακτήρα, ρόλος κοινωνικά περιθωριοποιημένου ατόμου
汚辱 おじょく
ουσιαστικό
- 01 ντροπή, ταπείνωση, προσβολή