18 αποτελέσματα για «池»

いけ N5

ουσιαστικό

  1. 01 λιμνούλα
池畔 ちはん

ουσιαστικό

  1. 01 κοντά στη λίμνη, άκρη λίμνης
池水 ちすい

ουσιαστικό

  1. 01 νερό λιμνούλας, λιμνούλα
池泉 ちせん

ουσιαστικό

  1. 01 λίμνη κήπου
池沼 ちしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λίμνες και βάλτοι
  2. 02 καθυστερημένος, άτομο με νοητική αναπηρία
池亭 ちてい

ουσιαστικό

  1. 01 κιόσκι ή πέργκολα δίπλα σε λίμνη
池泉回遊式 ちせんかいゆうしき

ουσιαστικό

  1. 01 στυλ κήπου που περιλαμβάνει μονοπάτι γύρω από λίμνη
池蝶貝 いけちょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 Χυριοψις σλεγκελι (είδος γλυκού νερού μύδι)
池汀 ちてい

ουσιαστικό

  1. 01 όχθη λίμνης, ακτή λιμνούλας
池魚の殃 ちぎょのわざわい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παράπλευρη απώλεια, εμπλοκή σε ξένη διαμάχη, εξάπλωση πυρκαγιάς στην περιουσία κάποιου (μεταφορικά: να υποφέρει κάποιος αθώος από τις συνέπειες μιας διαμάχης τρίτων)
池谷・関彗星 いけやせきすいせい

ουσιαστικό

  1. 01 κομήτης Ικεγια-Σέκι
池様 いけさま

ουσιαστικό

  1. 01 ωραίος άντρας, γοητευτικός άντρας
池塘 ちとう

ουσιαστικό

  1. 01 όχθη λίμνης
  2. 02 μικρή λίμνη (σε υψίπεδο, συχνά με μοναδική βιοποικιλότητα), φυσική λιμνούλα (σε υγρότοπο πλούσιο σε τύρφη)
池魚 ちぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι λιμνούλας
池田銀行 いけだぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 Τράπεζα Ικέντα
池田町立美術館 いけだちょうりつびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Δημοτικό Μουσείο Τέχνης Ικέντα
池坊 いけのぼう

ουσιαστικό

  1. 01 Ικενόμπο
  2. 02 Ικενόμπο (σχολή ικεμπάνα)
  1. 01 λιμνούλα
  2. 02 στέρνα
  3. 03 πισίνα
  4. 04 δεξαμενή