17 αποτελέσματα για «汽»

汽車 きしゃ N4

ουσιαστικό

  1. 01 ατμομηχανή, ατμοκίνητο τρένο
  2. 02 τρένο (υπεραστικό)
  3. 03 μη ηλεκτροκίνητο τρένο, τρένο ντίζελ
汽笛 きてき

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοσφυρίχτρα
汽船 きせん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ατμόπλοιο, ατμοκίνητο σκάφος
汽車賃 きしゃちん

ουσιαστικό

  1. 01 κόμιστρο τρένου
汽艇 きてい

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοκίνητη βάρκα, ατμοπλοιάριο
汽水域 きすいいき

ουσιαστικό

  1. 01 υφάλμυρα νερά (ενός εκβολικού συστήματος)
汽缶 きかん

ουσιαστικό

  1. 01 ατμολέβητας
汽水湖 きすいこ

ουσιαστικό

  1. 01 υφάλμυρη λίμνη
汽水 きすい

ουσιαστικό

  1. 01 υφάλμυρο νερό
汽車ポッポ きしゃぽっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 τρένο-πάφ, ατμοκίνητο τρένο
汽缶室 きかんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 λεβητοστάσιο
汽圧 きあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοσφαιρική πίεση (αναφορικά με ατμό)
汽船積み きせんずみ

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή με ατμόπλοιο
汽車馬陸 きしゃやすで

ουσιαστικό

  1. 01 κισαγιασουντέ (είδος σαρανταποδαρούσας)
汽鍋鶏 チーコージー

ουσιαστικό

  1. 01 κοτόπουλο στον ατμό (κουζίνα της Γιουνάν)
汽力 きりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ατμοκίνηση
  1. 01 ατμός
  2. 02 ατμός