9 αποτελέσματα για «沃»

沃野 よくや

ουσιαστικό

  1. 01 εύφορα χωράφια ή πεδιάδα
沃土 よくど

ουσιαστικό

  1. 01 εύφορο έδαφος, γόνιμη γη
沃度 ヨード

ουσιαστικό

  1. 01 ιώδιο (I)
沃地 よくち

ουσιαστικό

  1. 01 εύφορη γη, όαση
沃野千里 よくやせんり

ουσιαστικό

  1. 01 τεράστια έκταση εύφορης γης
沃度丁幾 ヨードチンキ

ουσιαστικό

  1. 01 βάμμα ιωδίου
沃田 よくでん

ουσιαστικό

  1. 01 εύφορος αγρός, χωράφι με γόνιμο έδαφος
沃る いる

ρήμα

  1. 01 χύνω, καταβρέχω, λούζω (με νερό)
  1. 01 γονιμότητα