4 αποτελέσματα για «沓»

沓手鳥 くつてどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
沓取り くつとり

ουσιαστικό

  1. 01 υποδηματοκόμος, υπηρέτης που μετέφερε τα υποδήματα του κυρίου του
沓持ち くつもち

ουσιαστικό

  1. 01 υποδηματοφόρος, υπηρέτης που μετέφερε τα υποδήματα του αφέντη του
  2. 02 επαγγελματίας γελωτοποιός
  1. 01 παπούτσι
  2. 02 μπότα