26 αποτελέσματα για «沢»

沢山 たくさん N5

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 πολύ, πολλά, αρκετά, άφθονα
  2. 02 αρκετά, επαρκώς
  3. 03 αρκετά, πάρα πολλά, πάρα πολύ
沢山 だくさん

επίθημα

  1. 01 αρκετός, πάρα πολύς, υπερβολικά πολύς
さわ

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινό ρυάκι, κοιλάδα, χαράδρα
  2. 02 υγρότοπος, βάλτος, έλος
たく

ουσιαστικό

  1. 01 ευλογία, χάρη, εύνοια, όφελος
沢庵 たくあん

ουσιαστικό

  1. 01 τουρσί από ραπανάκι ντάικον
沢地 さわち

ουσιαστικό

  1. 01 βαλτώδης έκταση
沢辺 さわべ

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη βάλτου
沢蟹 さわがに

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό γλυκού νερού καβούρι (γεοτελφούσα ντεχάνι)
沢水 さわみず

ουσιαστικό

  1. 01 νερό ορεινού ρυακιού
沢瀉 おもだか

ουσιαστικό

  1. 01 ομοδάκα (υδρόβιο φυτό, σαγιττάρια η τριφυλλοφόρος)
沢桔梗 さわぎきょう

ουσιαστικό

  1. 01 σαουγκίκιο (είδος λοβηλίας)
沢筋 さわすじ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή κατά μήκος ορεινού ρυακιού
沢登り さわのぼり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάβαση σε ορεινό ρυάκι (ψυχαγωγική δραστηριότητα)
沢胡桃 さわぐるみ

ουσιαστικό

  1. 01 σαβαγκούρουμι (είδος ιαπωνικής καρυδιάς, Pterocarya rhoifolia)
沢鵟 ちゅうひ

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολικός βάλτος (Circus spilonotus)
沢柴 さわしば

ουσιαστικό

  1. 01 καρπίνος η καρδιόφυλλη (Carpinus cordata)
沢紫陽花 さわあじさい

ουσιαστικό

  1. 01 σαβα-αζισάι (είδος ορτανσίας, Hydrangea macrophylla subsp. serrata), ορεινή ορτανσία
沢蘭 さわらん

ουσιαστικό

  1. 01 Ελεόρχις η ιαπωνική (είδος ορχιδέας)
沢雷随 たくらいずい

ουσιαστικό

  1. 01 σουί (εξάγραμμα 17 του Ι Τσινγκ: ακολουθία)
沢風大過 たくふうたいか

ουσιαστικό

  1. 01 τακού φου τάικα (εξάγραμμα 28 του Ι Τσινγκ: υπεροχή του μεγάλου)