18 αποτελέσματα για «沸»

沸く わく N4

ρήμα

  1. 01 ζεσταίνομαι (π.χ. νερό), βράζω
  2. 02 ενθουσιάζομαι, ξεσπώ (σε χειροκροτήματα, ζητωκραυγές κ.λπ.), βρίσκομαι σε αναβρασμό, διεξάγομαι με ζωντάνια
  3. 03 ζυμώνομαι
  4. 04 λιώνω (για μέταλλο)
沸騰 ふっとう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βρασμός, ζέση
  2. 02 αναθέρμανση (π.χ. μιας συζήτησης), έξαψη, αναστάτωση, ζύμωση
  3. 03 ραγδαία άνοδος (τιμών), κατακόρυφη αύξηση
沸かす わかす N4

ρήμα

  1. 01 βράζω, θερμαίνω (υγρό), προετοιμάζω (μπάνιο, ζεστό ρόφημα)
  2. 02 εξάπτω, ξεσηκώνω, προκαλώ ενθουσιασμό
沸き立つ わきたつ

ρήμα

  1. 01 βράζω έντονα
  2. 02 ενθουσιάζομαι
沸き起こる わきおこる

ρήμα

  1. 01 αναβλύζω, ξεσπώ, αναφύομαι
沸点 ふってん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο βρασμού
沸々 ふつふつ

επίρρημα

  1. 01 σιγοβράζω, αναβλύζω, ξεχειλίζω
沸き返る わきかえる

ρήμα

  1. 01 βράζω, κοχλάζω
  2. 02 ενθουσιάζομαι, βρίσκομαι σε αναβρασμό
沸騰点 ふっとうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο βρασμού
沸かし湯 わかしゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ζεστό νερό (ειδικότερα, κρύο μεταλλικό νερό πηγής που θερμαίνεται στην κατάλληλη θερμοκρασία για μπάνιο)
沸きこぼれる わきこぼれる

ρήμα

  1. 01 ξεχειλίζω κατά τον βρασμό
沸きが早い わきがはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 που ζεσταίνεται γρήγορα (π.χ. για βραστήρα)
沸騰水型原子炉 ふっとうすいがたげんしろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστήρας βρασέος ύδατος, BWR
沸石 ふっせき

ουσιαστικό

  1. 01 ζεόλιθος
沸き わき

ουσιαστικό

  1. 01 βρασμός
沸き上げる わきあげる

ρήμα

  1. 01 θερμαίνω κάτι
沸かし器 わかしき

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο ζεστού νερού, καζάνι, λέβητας
  1. 01 βράζω
  2. 02 βράζω
  3. 03 ζυμώνω
  4. 04 αναβρασμός, ταραχή
  5. 05 γεννώ