25 αποτελέσματα για «沼»
沼 ぬま N1
ουσιαστικό
- 01 βάλτος, έλος, υγρότοπος, τυρφώνας, μικρή λίμνη, λιμνούλα
- 02 εμμονή, εθισμός, κόλλημα (σε κάτι), παράσυρση (σε κάτι)
- 03 άσχημος άντρας
- 04 καθυστερημένος, άτομο με νοητική αναπηρία
沼地 ぬまち
ουσιαστικό
- 01 βάλτος, υγρότοπος, ελώδης έκταση
沼田 ぬまた
ουσιαστικό
- 01 ρυζοχώραφο σε βάλτο
沼沢 しょうたく
ουσιαστικό
- 01 βάλτος, έλος, τελματώδης περιοχή
沼沢地 しょうたくち
ουσιαστικό
- 01 υγρότοπος, βάλτος
沼気 しょうき
ουσιαστικό
- 01 βαλτοαέριο, μεθάνιο
沼蛙 ぬまがえる
ουσιαστικό
- 01 ασιατικός βάτραχος των αγρών, ινδικός βάτραχος του ρυζιού, βάτραχος-γρύλος
沼落ち ぬまおち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εθίζομαι σε κάτι (τηλεοπτική σειρά, διασημότητα, ενδιαφέρον κ.λπ.), γίνομαι φανατικός οπαδός, κολλάω με κάτι
沼湖 しょうこ
ουσιαστικό
- 01 έλη και λίμνες
沼田鰻 ヌタウナギ
ουσιαστικό
- 01 μυξίνη (επτατρήτης του Burger)
沼縄 ぬなわ
ουσιαστικό
- 01 υδροφυτικό φυτό (Brasenia schreberi)
沼鰈 ぬまがれい
ουσιαστικό
- 01 αστεροειδής καλκάνι (πλατύχθυς ο αστεροειδής)
沼杉 ぬますぎ
ουσιαστικό
- 01 φοροδέντρο (Taxodium distichum)
沼虎の尾 ぬまとらのお
ουσιαστικό
- 01 νουματοράνο (είδος λυσίμαχου)
沼萩 ぬまはぎ
ουσιαστικό
- 01 λυσιμάχια η τύχη (είδος λυσιμάχιας)
沼沢植物 しょうたくしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 ελώδες φυτό, φυτό βάλτου
沼鯥 ぬまむつ
ουσιαστικό
- 01 νουμαμούτσου (είδος κυπρίνου)
沼蛭 ぬまびる
ουσιαστικό
- 01 νουμαμπίρου (είδος βδέλλας)
沼鰐 ぬまわに
ουσιαστικό
- 01 κροκόδειλος ο ελώδης (Crocodylus palustris), κροκόδειλος των βάλτων, ινδικός κροκόδειλος, κροκόδειλος του Ινδού, περσικός κροκόδειλος
沼大根 ぬまだいこん
ουσιαστικό
- 01 αντενοστήμα το λειόφυλλο (είδος ανθοφόρου φυτού)