3 αποτελέσματα για «沽»

沽券に関わる こけんにかかわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 θίγω το κύρος, προσβάλλω την υπόληψη κάποιου
沽券 こけん

ουσιαστικό

  1. 01 αξιοπρέπεια, κύρος, κοινωνική εκτίμηση, υπόληψη, τιμή, φήμη
  2. 02 τίτλος ιδιοκτησίας (για οικόπεδο, δάσος ή οικία)
  3. 03 αξία πώλησης, τιμή πώλησης
  1. 01 τιμή
  2. 02 αγοραπωλησία