19 αποτελέσματα για «沿»

沿い ぞい

επίθημα

  1. 01 κατά μήκος (ποταμού, ακτής, σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.), πάνω (σε δρόμο)
沿う そう N3

ρήμα

  1. 01 βαδίζω κατά μήκος, κινούμαι παράλληλα, ακολουθώ μια γραμμή
  2. 02 ακολουθώ (πολιτική, σχέδιο κ.λπ.), ενεργώ σύμφωνα με, εναρμονίζομαι με
  3. 03 ανταποκρίνομαι (σε επιθυμίες, προσδοκίες κ.λπ.), ικανοποιώ, συμμορφώνομαι, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες
沿岸 えんがん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ακτή, παραλία
  2. 02 παράκτια ύδατα, παραθαλάσσια περιοχή
沿道 えんどう

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη δρόμου, κατά μήκος της διαδρομής, πορεία
沿岸部 えんがんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτια περιοχή, παραθαλάσσια ζώνη, ακτογραμμή
沿線 えんせん N1

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχές κατά μήκος σιδηροδρομικής γραμμής, διαδρομής λεωφορείου, κεντρικής οδού κ.λπ.
沿海 えんかい

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτια θάλασσα, παράκτια ύδατα, εσωτερικά ύδατα
  2. 02 ακτή
沿海州 えんかいしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Πριμόρσκι Κράι (Ρωσία)
沿革 えんかく

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία, εξέλιξη
沿岸警備隊 えんがんけいびたい

ουσιαστικό

  1. 01 ακτοφυλακή
沿岸漁業 えんがんぎょぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτια αλιεία
沿岸流 えんがんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτιο ρεύμα, παρακτιακό ρεύμα, ρεύμα κατά μήκος της ακτής
沿路 えんろ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδρομή
沿って そって

άλλο

  1. 01 κατά μήκος, παράλληλα προς
沿層坑道 えんそうこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 στοά προέκτασης (μεταλλευτική), οριζόντια στοά
沿層 えんそう

ουσιαστικό

  1. 01 παράλληλα προς τα στρώματα (π.χ. φόρτωση, συμπίεση)
沿岸海 えんがんかい

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτια ύδατα, παραθαλάσσια θάλασσα
沿岸水 えんがんすい

ουσιαστικό

  1. 01 παράκτιο νερό, νηριτικό νερό
沿
  1. 01 τρέχω παράλληλα
  2. 02 ακολουθώ
  3. 03 εκτείνομαι
  4. 04 βρίσκομαι κατά μήκος