13 αποτελέσματα για «泊»

泊まる とまる N4

ρήμα

  1. 01 διανυκτερεύω (π.χ. σε ξενοδοχείο)
  2. 02 δένω, αγκυροβολώ, προσορμίζω
泊める とめる N3

ρήμα

  1. 01 παρέχω κατάλυμα, φιλοξενώ, στεγάζω
はく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιθετικό επίθημα για τον προσδιορισμό διανυκτερεύσεων κατά τη διάρκεια μιας διαμονής
  2. 02 διανυκτέρευση, διαμονή
泊まり とまり

ουσιαστικό

  1. 01 διανυκτέρευση, κατάλυμα
  2. 02 πανδοχείο, ξενοδοχείο
  3. 03 νυχτερινή βάρδια
  4. 04 αγκυροβόλιο, λιμένας, λιμάνι
泊まり込む とまりこむ

ρήμα

  1. 01 διανυκτερεύω, καταλύω (π.χ. σε ξενοδοχείο)
泊まり込み とまりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμονή κάπου (διανυκτέρευση) λόγω συνθηκών
泊りがけ とまりがけ

ουσιαστικό

  1. 01 διανυκτέρευση
泊り客 とまりきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 διανυκτερεύων επισκέπτης, φιλοξενούμενος
泊地 はくち

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυροβόλιο, λιμενική θέση
泊まり番 とまりばん

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή βάρδια
泊り賃 とまりちん

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαμονής, τιμή δωματίου
泊を重ねる はくをかさねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραμένω για μεγάλο χρονικό διάστημα
  1. 01 διανυκτέρευση
  2. 02 καταλύω, διανυκτερεύω
  3. 03 αγκυροβολώ